Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

Τι σημαίνει η Δυσφημισμένη «Καταγγελία» των Μνημονίων και οι Βάσεις Διαπραγμάτευσής της


του Γιώργου Κασιμάτη

1. Από τότε που υποστηρίχθηκε η δυνατότητα στάσης πληρωμών και επαναδιαπραγμάτευσης σε νέες βάσεις των δανειακών συμβάσεων, ξεκίνησε μια εκστρατεία αρχικά σιωπής (αγνόησης) και στη συνέχεια, κατασυκοφάντησης του θεσμού. Υποστη-ρίχτηκε το αδιανόητο μιας τέτοιας κίνησης, ακόμη και ως σκέψης: άλλοτε...
με κραυγές, άλλοτε με τους γνωστούς εκβιασμούς  της καταστροφής (άμεση επιστροφή στη χρεοκοπία ή στη δραχμή κ.λπ.), άλλοτε με τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό της αθέτησης της υπογραφής (ακόμη και με τον υβριστικό χαρακτηρισμό του «μπαταχτσή») και άλλοτε με «σοβαρές» δήθεν παραινέσεις αποτροπής («για το Θεό, μη φτάσει η Ελλάδα στο κατάντημα άρνησης της υπογραφής της»). Για να δειχτεί ότι όλα αυτά είναι ψεύτικα, είναι χρήσιμη, νομίζω, μια σωστή πληροφόρηση πάνω σ’ αυτό το ζήτημα.

Από πολύ παλιά είχε διαμορφωθεί στο πλαίσιο του δημοσίου διεθνούς δικαίου η αρχή ότι κάθε κράτος έχει υποχρέωση να αντιμετωπίζει οικονομικά πρώτα την άμυνά του και τις βασικές ανάγκες επιβίωσης του λαού του (κατώτατο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης, εκτεταμένη ανεργία, κοινωνική περίθαλψη, δημόσια εκπαίδευση κ.λπ.) και μετά να εκπληρώνει τις δανειακές ή άλλες οικονομικές υποχρεώσεις του. Επομένως, το ποσό οικονομικών υποχρεώσεών του που...
υπερβαίνει τα όρια αυτά -που υπερβαίνει, δηλαδή, την αντοχή κράτους και λαού- δεν καταβάλλεται ως «επαχθές». Η αρχή αυτή ίσχυε από παλιά με διάφορες μορφές και στο ιδιωτικό δίκαιο της ηπειρωτικής Ευρώπης. Όλοι ξέρομε ότι ο δανειστής δεν μπορεί να αξιώσει από τον οφειλέτη την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του σε βαθμό που δε θα μπορεί να επιβιώσει ως άνθρωπος. Από το ιδιωτικό δίκαιο «πέρασε» η αρχή αυτή και στο δημόσιο διεθνές δίκαιο. Δεν αναγνωρίζεται, όμως, από το αποικιακής νοοτροπίας αγγλικό ιδιωτικό δίκαιο, γι’ αυτό και οι δανειστές μας θέλουν να μας υπαγάγουν σ’ αυτό.

Η παραπάνω αρχή έχει εφαρμοστεί στη διεθνή πρακτική πολλές φορές και έχει επικυρωθεί από διεθνή δικαστήρια. Αναμφίβολα, μια τέτοια υπόθεση δεν είναι απλός περίπατος. Στις παλιές εφαρμογές της αρχής που αναφέρονται στη βιβλιογραφία είναι η ελληνική υπόθεση του 1936. Πρόκειται για την άρνηση, αρχικά από την κυβέρνηση Βενιζέλου και ακολούθως από την κυβέρνηση Μεταξά, εξόφλησης δανείου του 1925, που είχε λάβει η Ελλάδα από βελγική τράπεζα για την κατασκευή σιδηροδρομικών γραμμών. Η χώρα μας δικαιώθηκε με απόφαση του αρμόδιου τότε διεθνούς διαιτητικού δικαστηρίου. Αναφέρομε την περίφημη βασική σκέψη της απόφασης: «Πρωταρχική της υποχρέωση ήταν ο εαυτός της (της Ελλάδας). Υπέρτατη (υποχρέωση) η διατήρηση της ύπαρξης της». («first duty was to itself. Its own preservation was paramount»). Από τότε, ακολούθησαν μέχρι σήμερα πολλές εφαρμογές της εν λόγω αρχής. Βεβαίως, είναι αυτονόητο ότι, αν οι δανειστές αρνηθούν ότι συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις περικοπής του «επαχθούς» μέρους ή του όλου δανείου, το κράτος πρέπει να αποδείξει ότι πράγματι κινδυνεύουν οι βασικές του ανάγκες και η άμυνά του. Αυτό γίνεται με πραγματογνωμοσύνη ειδικού λογιστικού ελέγχου. Μερικές φόρες, όμως, οι δανειστές αποδέχονται ή διαπραγματεύονται το ύψος και τους όρους του δανείου χωρίς προσφυγή στο αρμόδιο διεθνές δικαστήριο. Σ’ αυτή την περίπτωση μπορεί να επιτευχθούν ευνοϊκοί όροι μείωσης και αναδιάρθρωσης του χρέους, ώστε να καταστεί μη επαχθές και βιώσιμο. Είναι, τέλος, αυτονόητο ότι η δυνατότητα άρνησης καταβολής του δανείου διευκολύνεται ακόμη περισσότερο, όταν η δανειακή σύμβαση είναι ανίσχυρη ή έχει όρους αντίθετους με το διεθνές δίκαιο, όπως συμβαίνει με τη σημερινή περίπτωση της Ελλάδας, όπου οι συμβάσεις είναι ανίσχυρες και οι όροι παράνομοι.

2. Με βάση τα παραπάνω, τίθεται το ζήτημα, πώς εφαρμόζεται ή  πρέπει να εφαρμοστεί από την Ελλάδα ο εν λόγω θεσμός. Υπάρχει η νομική, η οικονομική και η πολιτική απάντηση. Νομικά η στάση πληρωμής των τοκοχρεωλυτικών δόσεων των δανείων με τους λόγους που την επιβάλλουν πραγματοποιείται με μονομερή δήλωση της κυβέρνησης προς τους δανειστές. Το άριστο, όμως, είναι να υπάρχει θέληση διαπραγμάτευσης. Πάντως, η όλη νομική και οικονομική διάσταση της υπόθεσης απαιτεί εμπεριστατωμένη επεξεργασία και θεμελίωση της σχετικής πρότασης και των λόγων που την επιβάλλουν από τις νομικές και τις οικονομικές υπηρεσίες των Υπουργείων Εξωτερικών και Οικονομικών. Εδώ θα περιοριστούμε να σκιαγραφήσομε την πολιτική διαδικασία θέσης του ζητήματος, η οποία, κατά τη γνώμη μας, ταιριάζει με την ιδιότητα της Ελλάδας ως μέλους της Ευρωζώνης και της ΕΕ.  Ας δούμε τα βήματα αυτής της σκιαγράφησης:

Πρώτο βήμα. Προετοιμασία: (α) Θεμελίωση με στοιχεία των οικονομικών λόγων που επιβάλλουν την πρόταση στάσης πληρωμών και αναδιαπραγμάτευσης του χρέους. Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να θεμελιώνουν: την αδυναμία αντιμετώπισης των βασικών αναγκών του λαού και την αδυναμία αντιμετώπισης των αμυντικών δαπανών της χώρας (με τα σημερινά -και όχι μετά από εκούσια μείωση- δεδομένα). (β) Θεμελίωση του ανίσχυρου των δανειακών συμβάσεων, λόγω μη κύρωσης, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και το Σύνταγμα. (γ) Θεμελίωση του ανίσχυρου όρων των δανειακών συβάσεων που είναι αντίθετοι με τις Συνθήκες της ΕΕ και με το Σύνταγμα της Ελλάδας, με πρώτους τους όρους: παραίτησης από τα δικαιώματα της εθνικής κυριαρχίας, δέσμευσης του συνόλου της εθνικής περιουσίας και υπαγωγής μας στο αγγλικό δίκαιο, με παράκαμψη του ευρωπαϊκού δικαίου (ΕΕ και Συμβουλίου της Ευρώπης).

Δεύτερο βήμα.  Θα πρέπει να αποσαφηνιστούν ότι η όλη πρόταση στηρίζεται στις ακόλουθες πολιτικές αρχές: (α) Στην αρχή παραμονής στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη της Ελλάδας ως ισότιμου μέλους. (β) Στην αρχή τήρησης των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας με βάση τους κανόνες της διεθνούς και της ευρωπαϊκής νομιμότητας. (γ) Στην αρχή διασφάλισης του συμφέροντος του ελληνικού λαού και της Ελλάδας ως κυρίαρχου και πολιτικά ανεξάρτητου κράτους.

Τρίτο βήμα.  Ο Πρωθυπουργός της νέας κυβέρνησης, μετά την ενημέρωση της Βουλής σχετικά με τα παραπάνω δεδομένα που επιβάλλουν τη στάση πληρωμών και την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους και με βάση τις παραπάνω πολιτικές αρχές, και μετά την έκφραση της εμπιστοσύνης του αντιπροσωπευτικού σώματος, θα ζητήσει συνάντηση στις Βρυξέλλες με τους εκπροσώπους των δανειστών της Ελλάδας με βάση τις συμφωνίες του 2010 και 2011.

Τέταρτο βήμα.  Στη συνάντηση ο Πρωθυπουργός, παρουσιάζοντας τα στοιχεία και τις αρχές που αναφέραμε πιο πάνω, καθώς και την πρόσφατα εκπεφρασμένη θέληση του ελληνικού λαού, θα αναπτύξει με αποφασιστικότητα την ανάγκη προσωρινής στάσης πληρωμών και αναδιαπραγμάτευσης των υποχρεώσεων της Ελλάδας σε νόμιμη και οικονομικά βιώσιμη βάση. Στην «πρόταση» αυτή θα πρέπει να είναι σαφές ότι η Ελλάδα, ως μέλος Ένωσης, επιθυμεί την εφαρμογή των κανόνων νομιμότητας με βάση τις Συνθήκες της ΕΕ.

Πέμπτο βήμα.  Σε άμεσο συνδυασμό με το «τέταρτο βήμα», θα πρέπει να παρουσιαστεί σε γενικές γραμμές αναπτυξιακό πρόγραμμα, που θα είναι μεν συμβατό με τις αρχές της ΕΕ, θα πρέπει, όμως, να περιέχει και αξίωση προσαρμογής του στις ειδικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας. Η δήλωση προθυμίας εφαρμογής ενός τέτοιου προγράμματος θα πρέπει να συνδυαστεί με αίτημα, στη βάση την αρχή της αλληλεγγύης, αναπτυξιακής βοήθειας, στην οποία θα πρέπει να περιλαμβάνεται και οικονομική και τεχνική υποστήριξη εκσυγχρονισμού του κρατικού μηχανισμού και του μηχανισμού του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Έκτο βήμα (υποθετικό).  Αν οι εκπρόσωποι των δανειστών αρνηθούν να δεχτούν την πρόταση της Ελλάδας, η πρόταση διαπραγμάτευσης μεταβάλλεται σε μονομερή δήλωση παύσης πληρωμών και καθορισμού του ύψους του μη επαχθούς χρέους. Σε μια τέτοια περίπτωση πρέπει να γνωρίζομε τα εξής:
(α) Οι δανειστές, αν θελήσουν να προσφύγουν στο αρμόδιο διεθνές δικαστήριο, όπως γίνεται συνήθως, δεν θα έχουν έγκυρες συμβάσεις για να στηριχθούν. Οι δανειακές συμβάσεις του Μαΐου 2010 (το 1ο Μνημόνιο) δεν έχουν κυρωθεί και έχουν πλήθος παράνομων όρων, το δε 2ο Μνημόνιο έχει εγκριθεί μόνο ως σχέδιο σύμβασης, η δε δανειακή σύμβαση δεν έχει υπογραφεί.
(β) Η Ελλάδα παραμένει μέλος της Ευρωζώνης και της ΕΕ, γιατί δεν προβλέπεται τρόπος λύσης της σχέσης της αυτής.
(γ) Οι δανειακές μας συμβάσεις δεν αποτελούν συνθήκες με βάση το δίκαιο της ΕΕ και η στάση πληρωμών δεν αποτελεί παράβαση των συνθηκών της ΕΕ. Επομένως, δεν είναι δυνατή η επιβολή  κυρώσεων στη χώρα μας από την ΕΕ.
(δ) Κατά το διεθνές δίκαιο, σε αυτού του είδους στάση πληρωμών, λόγω κατάστασης ανάγκης της χώρας, δεν επιτρέπεται επιβολή από τους δανειστές μας αντιποίνων ή άρνηση καταβολής των οφειλόμενων δανειακών δόσεων.
(ε) Αν, σε αντίθεση με τα παραπάνω, οι δανειστές μας σταματήσουν την καταβολή των δανειακών δόσεων, η χώρα περιέρχεται αυτομάτως σε κατάσταση ανάγκης, αφού ο δανεισμός μας είναι για αντιμετώπιση κρίσης και αδυναμίας προσφυγής στις «αγορές». ( Αυτό είναι εις βάρος των δανειστών).
(στ) Σε περίπτωση που οι δανειστές μας σταματήσουν – παρανόμως- τις δόσεις δανειοδότησης, η ελληνική κυβέρνηση έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση, για να προστατεύσει το λαό και την ασφάλεια της Ελλάδας, εφαρμόζοντας ανεξάρτητη πολιτική, να στραφεί, με σύναψη οικονομικών σχέσεων προς το συμφέρον της χώρας, σε άλλη πηγή δανεισμού και δημιουργίας οικονομικών σχέσεων, δεδομένου ότι ούτε το ΔΝΤ και οι χώρες της Ευρωζώνης, ούτε οι «αγορές» αποτελούν τη μόνη  πηγή δανεισμού στον Πλανήτη.

(η) Στην υποθετική περίπτωση που η χώρα μας εξαναγκαστεί με παράνομα μέσα σε έξοδο από την Ευρωζώνη και οδηγηθεί σε ανεξέλεγκτη πτώχευση, οι δανειστές θα απολέσουν πλήρως τα καταβληθέντα  δάνεια και οι συνέπειες για την Ευρώπη και ευρύτερα θα είναι επιζήμιες έως καταστροφικές (ντόμινο).

Τελική παρατήρηση: Η επιβολή από τους δανειστές ελεγχόμενης χρεοκοπίας είναι η χειρότερη λύση:  μπορεί να υποδουλώσει την Ελλάδα για πολλές γενιές.

Δημοσιεύθηκε στα Επίκαιρα της 14.6.2012
πηγη