Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 1 ΙΟΥΛΙΟΥ


15(Μτθ. Η´ 5-13)
Τώ καιρώ εκείνω, εισελθόντι τώ ᾿Ιησού εις Καπερναούμ προσήλθεν αυτώ εκατόνταρχος παρακαλών αυτόν καί λέγων• Κύριε, ο παίς μου βέβληται εν τή οικία παραλυτικός, δεινώς βασανιζόμενος. Καί λέγει αυτώ ο ᾿Ιησούς• ᾿Εγώ ελθών θεραπεύσω αυτόν. Καί αποκριθείς ο εκατόνταρχος έφη• Κύριε, ουκ ειμί ικανός ίνα μου υπό τήν στέγην εισέλθης• αλλά μόνον ειπέ λόγω, καί ιαθήσεται ο παίς μου. Καί γάρ εγώ άνθρωπός ειμι υπό εξουσίαν, έχων υπ᾿ εμαυτόν στρατιώτας, καί λέγω τούτω, πορεύθητι, καί πορεύεται, καί άλλω, έρχου, καί έρχεται, καί τώ δούλω μου, ποίησον τούτο, καί ποιεί. ᾿Ακούσας δέ ο ᾿Ιησούς εθαύμασε καί είπε...
τοίς ακολουθούσιν• ᾿Αμήν λέγω υμίν, ουδέ εν τώ ᾿Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον. Λέγω δέ υμίν ότι πολλοί από ανατολών καί δυσμών ήξουσι καί ανακλιθήσονται μετά ᾿Αβραάμ καί ᾿Ισαάκ καί ᾿Ιακώβ εν τή βασιλεία τών ουρανών, οι δέ υιοί τής βασιλείας εκβληθήσονται εις τό σκότος τό εξώτερον• εκεί έσται ο κλαυθμός καί ο βρυγμός τών οδόντων. Καί είπεν ο ᾿Ιησούς τώ εκατοντάρχω• ῞Υπαγε, καί ως επίστευσας γενηθήτω σοι. Καί ιάθη ο παίς αυτού εν τή ώρα εκείνη.

Απόδοση στη νεοελληνική
Εκείνο τόν καιρό, μόλις μπήκε ο ᾿Ιησούς στήν Καπερναούμ, τόν πλησίασε ένας εκατόνταρχος καί τόν παρακαλούσε μ᾿ αυτά τά λόγια• «Κύριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος στό σπίτι, παράλυτος, καί υποφέρει φοβερά». ῾Ο ᾿Ιησούς τού λέει• «᾿Εγώ θά έρθω καί θά τόν θεραπεύσω». ῾Ο εκατόνταρχος τού αποκρίθηκε• «Κύριε, δέν είμαι άξιος νά σέ δεχτώ στό σπίτι μου• πές όμως μόνον ένα λόγο, καί θά γιατρευτεί ο δούλος μου.

Είμαι κι εγώ άνθρωπος κάτω από εξουσία, καί έχω στρατιώτες στή διοίκησή μου• λέω στόν ένα “πήγαινε” καί πηγαίνει, καί στόν άλλο “έλα” καί έρχεται, καί στόν δούλο μου “κάνε αυτό” καί τό κάνει». ῞Οταν τόν άκουσε ο ᾿Ιησούς, θαύμασε καί είπε σ᾿ όσους τόν ακολουθούσαν• «Σάς βεβαιώνω πώς τόση πίστη ούτε ανάμεσα στούς ᾿Ισραηλίτες δέν βρήκα.

Καί σάς λέω πώς θά ᾿ρθουν πολλοί από ανατολή καί δύση καί θά καθίσουν μαζί μέ τόν ᾿Αβραάμ, τόν ᾿Ισαάκ καί τόν ᾿Ιακώβ στό τραπέζι τής βασιλείας τών ουρανών, ενώ οι κληρονόμοι τής βασιλείας θά πεταχτούν έξω στό σκοτάδι• εκεί θά κλαίνε, καί θά τρίζουν τά δόντια τους». ῞Υστερα είπε στόν εκατόνταρχο ο ᾿Ιησούς• «Πήγαινε, κι άς γίνει αυτό πού πίστεψες». Καί γιατρεύτηκε ο δούλος εκείνη τήν ώρα.,


agioritikovima.