Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Ο κόσμος των απόκληρων


Της Κωστούλας Τωμαδάκη

Σε κάποιους δρόμους της Αθήνας οι εξαθλιωμένοι νεόπτωχοι ψάχνουν για ένα πιάτο φαΐ και οι εικόνες ντροπής φέρνουν στο μυαλό τούς ρακένδυτους ήρωες του Ζολά, που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Οι εποχές άλλαξαν, όχι τα δεινά του κόσμου...




Μοιάζει με τσακισμένη κούκλα που κάποιο παιδί παράτησε στο πεζοδρόμιο. Είναι το μικρό αγόρι που απλώνει το αδύνατο χέρι του για μερικά κέρματα. «Πεινάω». Το θέαμα γίνεται ακόμη πιο καταθλιπτικό από την αδιαφορία των περαστικών. Εδώ, στη Λυκούργου και στην Αιόλου, με θέα την Ακρόπολη, ζουν οι απόκληροι, οι καταφρονεμένοι ήρωες του Ζολά: οι εργάτες που έχασαν τη δουλειά τους, οι φτωχοί, οι πεινασμένοι, οι επαίτες. Τον Απρίλιο του 1847, ο Ζολά ήταν επτά χρόνων. Η Γαλλία λιμοκτονούσε. Κρεμούσαν τους πεινασμένους. Η φωτογραφική απεικόνιση της πραγματικότητας στο έργο του έχει τις ρίζες της στα δύσκολα παιδικά χρόνια του συγγραφέα. Παρατηρώντας τις λεπτομέρειες της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ο Εμίλ Ζολά μάς δίνει μερικές από τις σκληρότερες εικόνες της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το λιοντάρι με την ύαινα που το σκάνε από το κλουβί τους για να πάνε βόλτα στο Παρίσι, αλλά επιστρέφουν αλαφιασμένα και κλειδώνονται στο κλουβί τους για να γλιτώσουν από την αγριότητα του κόσμου. Προφητικός και διορατικός, ο Εμίλ Ζολά μάς προϊδεάζει για τη φτώχεια, την πείνα, την ταπείνωση. Το ύφος του καυστικό, παθιασμένο αλλά και απόλυτα σαρκαστικό, ώστε να μην αφήνει καμία αμφιβολία για την αλήθεια των όσων πρόκειται να ζήσουμε. Μέσα στους χαρακτήρες του Ζολά βρίσκονται και όλα τα κακά μιας κοινωνικής πραγματικότητας που χαρακτηρίζουν την πορεία και το μέλλον του ανθρώπινου είδους.

 Η Αθήνα της ανεργίας

Σοφοκλέους και Πειραιώς. Τα συσσίτια του δήμου. Πάνω από 1.500 άτομα την ημέρα εξασφαλίζουν την επιβίωσή τους. Η ουρά που σχηματίζουν οι άνθρωποι φτάνει στο απέναντι πεζοδρόμιο. Σήμερα το γεύμα είναι σαρακοστιανό. Οι μερίδες δεν φτάνουν γιατί οι νεόπτωχοι πληθαίνουν μέρα με τη μέρα. Είναι καμιά τριανταριά άνθρωποι που φεύγουν με ένα σάντουιτς στο χέρι.Ηλικίες από σχεδόν ανήλικοι μέχρι ασπρομάλληδες. Οι περισσότεροι έρχονται μόνοι τους. Μερικοί σχηματίζουν πηγαδάκια. Μιλάνε για τις δουλειές που έχασαν, την τράπεζα που πήρε το σπίτι, το παιδί που πάει νηστικό στο σχολείο.Ένα ζευγάρι γύρω στα σαράντα περιμένει στο πεζοδρόμιο. Το πρόσωπο του άντρα είναι ανέκφραστο σε αντίθεση με τον σιωπηλό πόνο που υγραίνει τα μάτια της γυναίκας του. «Είμαι άνεργος δυο χρόνια. Δεν με παίρνει κανείς στη δουλειά. Τα βγάζω πέρα δύσκολα. Έχω τέσσερα στόματα να θρέψω», οι λέξεις ξεφεύγουν από τα στόματα και στέκονται στους σκονισμένους δρόμους. Η ανεργία στέλνει όλο και περισσότερους στη φτώχεια, στο περιθώριο, στη βία.Όταν χάνεις τη δουλειά σου μπαίνεις σε έναν άλλο κόσμο. Η σκοτεινιά μιας πραγματικότητας γεννιέται στους δρόμους και στοιχειώνει τους ανθρώπους που τους διαβαίνουν. «Μείναμε άνεργοι και μας πέταξαν στον δρόμο. Δούλευα φασόν. Έκλεισε η βιοτεχνία. Ούτε αποζημίωση, ούτε τίποτα», η τριαντάχρονη Δήμητρα μιλά για τη ζωή της. Η πολυκατοικία στον Κεραμεικό είναι τετραώροφη. Στον δεύτερο όροφο μυρίζει κουνουπίδι. Οι περισσότεροι ένοικοι είναι άνεργοι. Ο μικρός Δημήτρης κρατάει στα χέρια του ένα βρόμικο Γουίνι. Στο σχολείο δεν παίρνει κολατσιό. Τρώει μια φορά την ημέρα.



Το Παρίσι των πεινασμένων

Στο Παρίσι χιονίζει. Κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της μάνας του το κορίτσι ετοιμάζεται για τον καινούργιο χρόνο. Περιμένει την Πρωτοχρονιά. Τη μοναδική μέρα του χρόνου που επιτρέπεται να ζητιανέψει. Στα διηγήματα του Ζολά το κρύο, το αλκοόλ, η πείνα, η βία είναι το τοπίο του προβληματισμού. «Πες μου, μαμά, γιατί τάχα να πεινάμε;» ρωτάει το κορίτσι τον άνεργο πατέρα του στην ιστορία του Ζολά. Ο κορυφαίος εκπρόσωπος του νατουραλισμού γράφει με γλώσσα σκληρή για τους απόκληρους, τους καταφρονεμένους, τους πεινασμένους Παριζιάνους που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Λέει τα πράγματα με το όνομά τους και εισπράττει την αντίδραση της ολιγαρχίας. Περιγράφει γλαφυρά, σχεδόν κινηματογραφικά, τα κορμιά που πεθαίνουν καθημερινά στην κόλαση των ανθρακωρυχείων, στα υπόγεια φέρετρα της Γαλλίας, θύματα της σκληρότητας της εποχής. Αν και θα μπορούσε να προσφέρει ανακούφιση στην κοινωνία, ο Ζολά την αφήνει σοκαρισμένη με τις εικόνες του. Μια γερή γροθιά στο υπογάστριο. «Οι ήρωές μου δεν είναι κακοί, το περιβάλλον της τραχειάς δουλειάς και της φτώχειας τούς κάνει κακούς», θα πει ο μεγάλος συγγραφέας. Ρωμαλέος και όχι ευχάριστος για την εξουσία ο Εμίλ Ζολά αγαπήθηκε από τον λαό και δικαιώθηκε από τον χρόνο. Οι εικόνες των ρακένδυτων εξαθλιωμένων Παριζιάνων είναι αφάνταστα επίκαιρες στις μέρες μας.  Ο άνεργος πατέρας που ξεροσταλιάζει για ένα μεροκάματο, η άστεγη κοπέλα που κοιμάται στο παγκάκι, το εξαθλιωμένο παιδί με το απλωμένο χέρι, είναι καταστάσεις που συμβαίνουν δίπλα μας. Ο Εμίλ Ζολά είχε τη μοναδική ικανότητα να δημιουργεί την αίσθηση ότι ο καταραμένος αυτός κόσμος των βιβλίων του είναι ο πραγματικός μας κόσμος.Μικρές απανωτές χαρακιές στη συνείδησή μας. Μια γερή γροθιά στο υπογάστριο.



Διηγήματα και νουβέλες του Εμίλ Ζολά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ίκαρος
πηγη