Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012

Πρώτα οι απολύσεις και ύστερα... βλέπουμε


Του Σταύρου Χριστακόπουλου

«Είμαι βεβαία πως η ελληνική κυβέρνηση θα έχει λαμπρά αριθμητικά στοιχεία να μας παρουσιάσει. Ανυπομονώ να δω τι έχει πράξει τους τελευταίους μήνες για να προσαρμοστεί στο...
πρόγραμμα». Ποιος είπε ότι η Λαγκάρντ δεν έχει χιούμορ; Αν δεν είχε, μάλλον δεν θα έδινε αυτή την απάντηση στο ερώτημα του τηλεοπτικού δικτύου CNBC για το τι ακριβώς θα κάνει από αύριο η τρόικα στην Αθήνα και αν σκοπεύει να επαναδιαπραγματευτεί σημεία του «μνημονίου».

Στο... σοβαρό μέρος της απάντησής της, η επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου είπε: «Ουδεμία διάθεση έχω να διαπραγματευθώ και να αναδιαπραγματευτώ. Διάθεση έχουμε να βρούμε τα δεδομένα».

Να τα βρει λοιπόν και, αν δεν μπορεί, έχει την ευχέρεια να ρωτήσει το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), το οποίο, στην τριμηνιαία έκθεσή του για την ελληνική οικονομία, κάνει πρόβλεψη για πτώση του ΑΕΠ (ύφεση) κατά το εξωφρενικό ποσοστό 9,14% το τρίτο τρίμηνο του 2012, δηλαδή στην κορύφωση της τουριστικής περιόδου.

Αν πάλι δεν της αρέσει να ακούει δυσάρεστες ειδήσεις, οι οποίες της θυμίζουν τα πεπραγμένα του οργανισμού του οποίου προΐσταται, μπορεί να απευθυνθεί στον Γεργκ Άσμουσεν, ο οποίος, ως μέρος της τρόικας (εκπροσωπώντας την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), θεωρεί, όπως είπε στο συνέδριο του Economist στην Αθήνα προχθές, ότι ο μέσος μισθός στο Δημόσιο στην Ελλάδα φτάνει τα 3.000 ευρώ.

Αν πάλι δεν θεωρεί η Λαγκάρντ ότι διαφωτίστηκε, μπορεί να ρωτήσει έναν άλλο Ευρωπαίο σοφό: τον πρωθυπουργό της Σλοβακίας Ρόμπερτ Φίκο, ο οποίος, παρουσία της Μέρκελ, είπε χθες προκειμένου να εξηγήσει για ποιο λόγο η χώρα του είναι αντίθετη στην περαιτέρω δανειοδότηση της Ελλάδας από την ευρωζώνη:

«Στη Σλοβακία, οι άνθρωποι ζουν από μια σύνταξη 280 ευρώ και από μισθούς των 400 ευρώ τον μήνα. Είναι λοιπόν δύσκολο να τους εξηγήσεις γιατί πρέπει η χώρα μας να δώσει βοήθεια σε χώρες στις οποίες οι συντάξεις φτάνουν τα 2.000 και τα 3.000 ευρώ και οι αμοιβές τα 3.500.

Αυτές οι χώρες πρέπει λοιπόν καταρχάς να διακηρύξουν ότι είναι πρόθυμες να προβούν στην εξυγίανση των δημοσιονομικών τους. Όταν θα το έχουν κάνει, μπορούμε κατόπιν να συζητήσουμε αν θα είναι δυνατή η περαιτέρω βοήθεια. Γεγονός είναι, πάντως, ότι η υπομονή της κοινής γνώμης έχει εξαντληθεί και ότι οι πολιτικοί στην Ευρωπαϊκή Ένωση και κυρίως στην ευρωζώνη δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να πείσουν τους πολίτες τους για την αναγκαιότητα αυτής της βοήθειας».

Βεβαίως ο εν λόγω σοφός, πέρα από τις ανοησίες που αραδιάζει για τους μισθούς και τις συντάξεις στην Ελλάδα, πέρα από το ότι ακούγεται σαν την ηχώ του Σόιμπλε (κασέτα το θηρίο!), έχει ένα δίκιο όταν λέει ότι η χώρα του δεν έχει λόγο να παίζει τον ρόλο του δανειστή. Κυρίως επειδή δεν συγκαταλέγεται στις χώρες που έχουν βγει κερδισμένες από το ευρώ. Άλλοι λεηλάτησαν την περιφέρεια του ευρώ αποκομίζοντας μυθικά κέρδη και συνεπώς αυτοί θα πρέπει να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά.

Απλώς θα ήταν... αγένεια να πει τέτοια πράγματα μπροστά στην καγκελάριο της Γερμανίας κι έτσι προτίμησε να τα φορτώσει στους – ούτως ή άλλως – αποσυνάγωγους της Ευρώπης.



«Η Ελλάδα οφείλει...»

Αφού λοιπόν τα πράγματα με τους μισθούς και τις συντάξεις είναι κάπως... έτσι στην Ελλάδα, τι περιμένετε να ακούσουμε από την έρημη την τρόικα; Τι άλλο θα μπορούσε να μας πει εκτός του να τηρήσουμε τον λόγο και την τζίφρα αυτών που υπέγραψαν τα μνημόνια – από τον Παπανδρέου και τον Παπακωνσταντίνου μέχρι τον Παπαδήμο, τον Βενιζέλο και τον Σαμαρά – και να διώξουμε 15.000 δημοσίους υπαλλήλους μέσα στο 2012 και 150.000 μέχρι το 2015.

Ήδη άλλωστε η καλή μας τρόικα υπενθυμίζει προς την ελληνική συγκυβέρνηση των τριών καμπαλέρος (Σαμαρά, Βενιζέλου και Κουβέλη) τα εξής απλά, όπως καταγράφονται σε επιστολή της προς την ηγεσία του υπουργείου Εργασίας, την οποία δημοσίευσε ο «Αγγελιοφόρος» και με την οποία ζήτησε περαιτέρω μείωση των μισθών τουλάχιστον 15%:

«Η Ελλάδα οφείλει να αποκαταστήσει την ανταγωνιστικότητά της μέσω τολμηρής εσωτερικής υποτίμησης, δηλαδή με μείωση τιμών και κόστους παραγωγής έναντι των ανταγωνιστών της. Δεδομένου ότι απαιτείται χρόνος για να επιτευχθεί μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας, πρέπει πρώτα να επέλθει μείωση του ονομαστικού μισθολογικού και μη μισθολογικού κόστους.

Αυτό είναι αναπόφευκτο, αλλά περιπλέκει τη δημοσιονομική προσαρμογή λόγω του αντίκτυπου που έχει η εσωτερική υποτίμηση στο ονομαστικό ΑΕΠ και, συνακόλουθα, στις φορολογικές βάσεις. Επιπλέον, όταν αρχίσει η ανάκαμψη, η σύνθεση της οικονομικής ανάπτυξης αναμένεται ότι θα περιλαμβάνει λιγότερα φορολογικά έσοδα σε σχέση με άλλες περιόδους ανάκαμψης».

Με αυτήν ακριβώς τη λογική συμφωνεί και ο προαναφερθείς Άσμουσεν, ο οποίος, μιλώντας στον «Σκάι» αυτές τις μέρες, έλεγε ακριβώς τα ίδια (κι άλλη κασέτα) για την «αναγκαιότητα» της εσωτερικής υποτίμησης, συμπληρώνοντας ότι η Ελλάδα δεν έχει καμιά πιθανότητα και ούτε πρέπει να συμπεριληφθεί στις χώρες που θα ανακεφαλαιοποιήσουν τις τράπεζές τους με διευκολύνσεις εκτός «μνημονίου». Σαφέστατος...

Στο ίδιο κλίμα άλλωστε κινείται έκπαλαι και ο Χορστ Ράιχενμπαχ, ο Γερμανός επικεφαλής της Task Force της Κομισιόν στην Ελλάδα, ο οποίος πριν από πολύ καιρό είχε πει ότι δεν πρόκειται να δει ανάκαμψη η Ελλάδα αν δεν φτάσει στον πάτο – χωρίς ωστόσο να προσδιορίσει πού ακριβώς βρίσκεται ο πάτος μας.

Το ότι ο ανθύπατος της Κομισιόν τελικά δεν ξέρει και πολλά περί... πάτου δεν τον εμποδίζει να υποδεικνύει στον (από αύριο) νέο υπουργό Οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου προς ιδιώτες, οι οποίες αγγίζουν τα 7 δισ. έχοντας αυξηθεί φέτος μόνο τον Μάιο κατά 500 εκατομμύρια ευρώ.

Άλλη μια απόδειξη του ότι η Ελλάδα, χάρη στα ευλογημένα «μνημόνια» του Ράιχενμπαχ, της Μέρκελ, του Άσμουσεν και της Λαγκάρντ, έχει κατρακυλήσει σε μια κανονικότατη εσωτερική στάση πληρωμών – πλην μισθών και συντάξεων, διότι, όταν φτάσει και εκεί, είναι απολύτως βέβαιον ότι θα γίνει της επί χρήμασι εκδιδομένης το κιγκλίδωμα.



«Απολύστε!»

Ενώ λοιπόν ο Στουρνάρας «διέρρεε» – εν όψει της αυριανής του συνάντησης με την τρόικα μετά την ορκωμοσία του – ότι λέει «όχι» σε αυξήσεις φόρων, μειώσεις μισθών - συντάξεων και άμεσες απολύσεις στο Δημόσιο, ήρθε ο αναπληρωτής του Χρήστος Σταϊκούρας (κι αυτός από το βήμα του Economist) να μας πληροφορήσει ότι ο κανόνας «1 προς 5» (μία πρόσληψη για κάθε πέντε αποχωρήσεις στο Δημόσιο) θα αντικατασταθεί από τον αυστηρότερο «1 προς 10».

Την ίδια ώρα ο συνάδελφός του στην ίδια κυβέρνηση υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης Αντώνης Μανιτάκης, επίσης στο συνέδριο του Economist, υποστήριζε ότι δεν θα γίνουν απολύσεις στο Δημόσιο χωρίς να έχει προηγηθεί η διαδικασία της αξιολόγησης δομών και προσωπικού.

Με άλλα λόγια απολύσεις θα γίνουν, απλώς θα προηγηθεί μια απόπειρα αξιολόγησης «με κριτήριο την ποιότητα, την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες και τις επιχειρήσεις» για τον εξής λόγο:

«Οι περικοπές χωρίς ταυτόχρονη ριζική αναδιοργάνωση του δημόσιου τομέα οδηγούν σε αδιέξοδο. Η οριζόντια περικοπή προσωπικού, χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση και εκτίμηση των αναγκών των δημόσιων υπηρεσιών για τον εντοπισμό του πραγματικά πλεονάζοντος προσωπικού, δημιουργεί τεράστιες ελλείψεις σε δομές που παρέχουν κρίσιμες υπηρεσίες στους πολίτες, ενώ την ίδια στιγμή παραμένουν ανέπαφοι οργανισμοί των οποίων η κατάργηση ή η συγχώνευση δεν θα είχε σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στους πολίτες και τις επιχειρήσεις».

Βεβαίως ο υπουργός παραδέχεται ότι πως «το πρόβλημα του δημόσιου τομέα δεν είναι το μέγεθός του, καθώς αυτό δεν αποκλίνει σημαντικά ως προς τον αριθμό των υπαλλήλων και τη δημόσια δαπάνη για μισθούς και λειτουργικά έξοδα από τον αντίστοιχο μέσο όρο των λοιπών κρατών - μελών στην Ε.Ε. Είναι κυρίως το πρόβλημα της χαμηλής αποδοτικότητας».

Αλλά δεν βαριέσαι. Αφού η τρόικα ζητάει μείωση, θα την κάνουμε. Και, για να μη μας λένε ότι καθυστερούμε, «απόλυτη προτεραιότητα» του υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης θα είναι η «επίσπευση των διαδικασιών συνολικής αξιολόγησης των δομών και του προσωπικού όλων των φορέων του Δημοσίου».

Αλήθεια, ποιος πιστεύει ότι η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να επαναδιαπραγματευτεί οτιδήποτε; Ευρισκόμενη εκτός αποφάσεων για την κρίση του ευρώ, παραπέμποντας μόνη της την όποια διαπραγμάτευση σε βάθος τετραετίας, με κανέναν να μην έχει την όρεξη να διαπραγματευθεί μαζί της, πιεζόμενη και συναινώντας να πουλήσει οτιδήποτε της υποδεικνύεται, είναι υποχρεωμένη πριν απ’ όλα να αποδείξει ότι είναι αρκούντως υπάκουη και να ελίσσεται αποφεύγοντας τα παλούκια.

Το βλέπετε εύκολο;
πηγη