Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012

Το «στρατηγικό βάθος» της Τουρκίας είναι βιώσιμο;


Υπάρχουν κάποια βιβλία που έχουν επηρεάσει τις μάζες, ή κάποιες μικρές ισχυρές ελίτ, τα οποία άλλαξαν τον κόσμο αλλάζοντας τα μυαλά και τις ιδεοληψίες. Για παράδειγμα, ακόμη και τα πιο σύγχρονα στρατιωτικά εγχειρίδια και αξιώματα συνεχίζουν να...
αναφέρονται στο βιβλίο Vom Kriege (Περί Πολέμου) του Clausewitz, χρησιμοποιώντας την ορολογία του.
Εκτός από τα βιβλία που άλλαξαν τον κόσμο, υπάρχουν και κάποια που μας βοηθούν στο να καταλάβουμε αυτές τις αλλαγές. Για παράδειγμα το βιβλίο του Charles Dickens A Tale of Two Cities, που μας δίνει μια πιο ξεκάθαρη ιδέα των ριζικών διαφορών μεταξύ των στόχων μιας επανάστασης και του πραγματικού αποτελέσματός της. Το έργο του Dickens φωτίζει τις «μεγάλες προσδοκίες» της γενιάς της πλατείας Ταχρίρ και πως κλάπηκε το όνειρό της από την Μουσουλμανική Αδελφότητα.
Τα τελευταία χρόνια, ένα τουρκικό βιβλίο στις διεθνείς σχέσεις, το Στρατηγικό Βάθος του υπουργού Εξωτερικών και καθηγητή Ahmet Davutoglu, έχει βρει μια θέση ανάμεσα στην πρώτη και στη δεύτερη κατηγορία βιβλίων που αναφέρουμε παραπάνω,
Με άλλα λόγια, αν και οι αλλαγές και μετατοπίσεις της τουρκικής στρατηγικής σκέψης δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές χωρίς την ανάγνωση του εν λόγω βιβλίου, είναι δίκαιο να θεωρούμε ότι το ίδιο το βιβλίο έχει συντελέσει σε μερικές από αυτές τις σημαντικές μετατοπίσεις.
Πριν από το δόγμα Davutoglu στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, η χώρα είχε αγκαλιάσει δυο διαφορετικές γεωστρατηγικές παραδόσεις:
Η πρώτη σχολή σκέψης ήταν το στατικό ψυχροπολεμικό παράδειγμα που έβλεπε τον ρόλο της Τουρκίας ως μια αμυντική στρατιωτική φρουρά μεταξύ του σοβιετικού επεκτατισμού και της δημοκρατικής Δύσης. Μέσα σ’ αυτό το στενό πλαίσιο, ο βασικός ρόλος της Άγκυρας ήταν να δεσμεύει 20 ισχυρές μεραρχίες της ΕΣΣΔ και να βρίσκεται στο επίκεντρο των Νατοϊκών πληροφοριακών δραστηριοτήτων που είχαν σκοπό την ασφάλεια της Ευρώπης. Αυτή όμως η γεωστρατηγική στάση ήταν από την φύση της στατική.
Μετά την πτώση της ΕΣΣΔ, οι στρατηγικοί στοχαστές της Άγκυρας (1990‘ς) άρχισαν να αναθεωρούν την θέση της χώρας τους σε μια «κακή γειτονιά», περικυκλωμένη από ετοιμόρροπες ή αποτυχημένες χώρες, καθώς και μια αυξανόμενη τρομοκρατία από πλευράς του κουρδικού ΡΚΚ, που χρησίμευε ως εργαλείο πολέμου τόσο στις τυραννίες του Ιράν και της Συρίας, όσο και στην Ελλάδα, στην Αρμενία και σε άλλους αντιπάλους της Άγκυρας.
Μέσα λοιπόν σ’ αυτά τα νέα πλαίσια, η ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, της Μέσης Ανατολής και του Καυκάσου, άρχισαν να θεωρούνται ως περιοχές αυξανόμενων απειλών και πολιτικής και στρατιωτικής αστάθειας.
Υπ‘ αυτήν την έννοια, και σύμφωνα με την πατερναλιστική παρεμβατική στα εσωτερικά πολιτικά ζητήματα παραδοσιακή πολιτική της τουρκικής στρατιωτικής ελίτ, η χώρα στρατιωτικοποίησε την γεωστρατηγική της θέση και άφησε την realpolitik να κυριαρχήσει.
Στα τέλη της δεκαετίας του ‘90, και πιο συγκεκριμένα το 1998, η Τουρκία ανέπτυξε το πρώτο στρατηγικό της δόγμα μετά τον ψυχρό πόλεμο. Ένα δόγμα βασισμένο στην ενεργή αποτροπή. Μέσα από προκεχωρημένες εμπλοκές, ή προωθημένες αμυντικές αρχές, χρησιμοποίησε την στρατιωτική της δυναμική ως στρατηγικό χαρτί, στην διευθέτηση πολιτικών διαφωνιών. Στην ουσία, αυτή η δεύτερη γεωστρατηγική προσέγγιση ήταν συγχρόνως ενεργή, προληπτική και στατική, ως μια γενικότερη στρατηγική.
Οι διάφορες γεωπολιτικές σχολές, συνήθως καταλήγουν σε μια ρεαλιστική (realpolitik) κατανόηση, βασισμένη στα συμφέροντα της κάθε χώρας. Η τουρκική όμως στρατηγική, συμπεριλαμβάνει τις δικές της ιδιαίτερες γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές έννοιες, που με την σειρά τους συμπεριλαμβάνουν έναν κανονιστικό ιδεαλισμό, με εστίαση στις διαφωνίες περί ταυτότητας.
Στο βιβλίο του, ο Davutoglu ασκεί έντονη κριτική στις προηγούμενες τουρκικές στρατιωτικές σχολές σκέψης, τονίζοντας ότι αυτές έβλεπαν τον γεωπολιτικό ρόλο της χώρας ως ένα απλό αμυντικό εργαλείο, αντί ως ένα κεφάλαιο που θα της άνοιγε τον κόσμο. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η Άγκυρα δεν έκανε τίποτα στο παρελθόν, την ώρα που η χώρα χρειάζονταν μια δυναμική ερμηνεία, ώστε να επεκτείνει την επιρροή της στην γειτονική της περιοχή, αλλά και παραπέρα.
Σύμφωνα με το όραμα της δυναμικής γεωγραφικής ερμηνείας, το νέο δόγμα πρόσφερε μια νέα και ασυνήθιστη γεωπολιτική και γεωστρατηγική οπτική, γνωστή ως «γεωπολιτισμική ακεραιότητα». Αυτή η νέα οπτική εγκατέλειπε την στρατιωτική realpolitik, για χάρη μιας μεγαλύτερης έμφασης στις ιστορικές και πολιτισμικές σχέσεις.
Χωρίς καμιά αμφιβολία, η περίφημη πολιτική των μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες, ήταν το κύριο σημείο αυτής της νέας στάσης. Μέσα από την βελτίωση των εμπορικών σχέσεων και συναλλαγών, εστιάζοντας στις ιστορικές και πολιτιστικές ομοιότητες των κοινωνιών της Μέσης Ανατολής, το δόγμα του Davutoglu εξιδανικεύει ένα νέο έθνος στα παλιά ιστορικά οθωμανικά εδάφη. Κάποιοι μάλιστα αναλυτές, χαρακτήρισαν αυτή τη θέση ως μια που καθιστά τα εθνικά σύνορα ντε φάκτο άνευ σημασίας.
Στο βιβλίο του, ο Davutoglu κάνει αναφορά στο κλασικό «αντί-ψυχιατρικό» βιβλίο του Laing, Ο Διχασμένος Εαυτός, ώστε να ερμηνεύσει τα προβλήματα ταυτότητας της Τουρκίας, αλλά και τις γεωστρατηγικές της προτιμήσεις. Μιλάει για τον εσωτερικό εαυτό, τον άλλο εαυτό και την θεωρία που θέλει κάποιον να αγκαλιάζει και να υιοθετεί έναν πλαστό εαυτό, λόγω της αποξένωσης.
Σύμφωνα με το βιβλίο του , αν ένα έθνος αποξενωθεί από την ιστορική και γεωγραφική του θέση, τότε και αυτό, ως ένας άλλος άνθρωπος, μπορεί να υιοθετήσει έναν ψεύτικο εαυτό.
Αυτή η ρομαντική ερμηνεία της γεωπολιτικής έχει επιφέρει δυο αποτελέσματα. Πρώτον, η Τουρκία ξεκίνησε να επιδιώκει επιθετικές στρατηγικές, καθώς και «ήπιας ισχύος» επιθέσεις απέναντι στον ισλαμικό κόσμο και στις ιστορικά οθωμανικές περιοχές. Και δεύτερον, η νέα αυτή σχολή γεωπολιτικής σκέψης, αντιλαμβάνεται την συνεργασία μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ της δεκαετίας του 1990, ως έναν παράγοντα αποξένωσης, στην προσπάθεια ανεύρεσης της τουρκικής φυσιολογικής πολιτικής ταυτότητας.
Το σημείο εκκίνησης αυτής της νέας γεωπολιτικής έννοιας του «στρατηγικού βάθους» ήταν μια δικαιολογημένη αντίδραση απέναντι στις στενοκέφαλες παλιότερες γεωστρατηγικές σχολές σκέψης, που έβλεπαν την χώρα απλά ως ένα ακόμη γεωπολιτικό στήριγμα και τίποτα άλλο.
Για να υλοποιηθεί όμως το νέο αυτό δόγμα, απαιτούσε την ύπαρξη ενός ασφαλούς και ειρηνικού περιβάλλοντος, καθώς και την απόρριψη (θυσία) της στρατιωτικής συνεργασίας με το Ισραήλ.
Χωρίς καμιά αμφιβολία, η τρέχουσα στρατιωτικοποίηση των διεθνών σχέσεων στην περιοχή, αποτρέπει την δυνατότητα χρήσης ήπιας δύναμης, και της τόνωσης των ιστορικών και πολιτισμικών ομοιοτήτων και σχέσεων. Είναι πια σαφές, πως όλοι οι «παίκτες» στην σημερινή Μ. Ανατολή, γοητεύονται περισσότερο από σίγουρες στρατιωτικές εγγυήσεις και εκδηλώσεις ισχύος, παρά από νοσταλγία για τα παλιά ιδανικά μιας χρυσής εποχής του παρελθόντος.
Εν κατακλείδι, η τροχιά της συριακής εξέγερσης θα είναι μάλλον αυτή που θα κρίνει και την τελική ετυμηγορία για το αν το δόγμα του στρατηγικού βάθους θα είναι βιώσιμο ή όχι.
jpost.com
S.A.
kostasxan