Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

Ανατριχιαστικές ομοιότητες με τη Γερμανία πριν από τον Χίτλερ


του Κώστα Χ. Χρυσόγονου*

Η νέα δέσμη δημοσιονομικών μέτρων ύψους 11,5 δισ. ευρώ, την οποία έχουμε υποσχεθεί στους δανειστές μας (ΔΝΤ και κράτη-μέλη της Ευρωζώνης) από τον Φεβρουάριο του 2012, στο πλαίσιο του δεύτερου Μνημονίου, πρόκειται να συγκεκριμενοποιηθεί έως το τέλος Αυγούστου, ύστερα από τη σχετική συμφωνία των κυβερνητικών εταίρων. Η διακηρυγμένη επιδίωξη των σχεδιαστών...

του προγράμματος «διάσωσης» της Ελλάδας είναι να βρεθεί έτσι το δημόσιο από το 2013-14 σε κατάσταση σημαντικών πρωτογενών (δηλαδή πριν από τόκους και χρεολύσια) πλεονασμάτων, ώστε να αρχίσει να αποπληρώνει το χρέος του.

Πέρα από τα ζητήματα κοινωνικής αδικίας, αλλά και αντισυνταγματικότητας, που μπορεί να ανακύψουν σε σχέση με ορισμένα τουλάχιστον από τα νέα αυτά μέτρα, το κύριο ερώτημα είναι ποιες επιπτώσεις θα έχουν αυτά στην ελληνική κοινωνία και στο πολιτικό μας σύστημα.

Για να αντιληφθεί κανείς τη σημερινή κατάσταση της χώρας είναι απαραίτητες ορισμένες ιστορικές συγκρίσεις. Στο τέλος του 2012 και με την προϋπόθεση ότι η ύφεση για το έτος αυτό θα «συγκρατηθεί» στα επίπεδα του 7%, η σωρευτική μείωση του ελληνικού ΑΕΠ μέσα σε μια τετραετία θα είναι περίπου 21%-22%, ενώ η ανεργία έχει ξεπεράσει από τώρα τα ίδια ποσοστά. Τα νέα δημοσιονομικά μέτρα θα έχουν προφανή και αναπότρεπτη συνέπεια την περαιτέρω μείωση της αγοραστικής ικανότητας του καταναλωτικού κοινού και μάλιστα –αυτό είναι το χειρότερο- σύμμετρη για ελληνικά και ξένα προϊόντα και υπηρεσίες.

Όπως συνέβη, επομένως, και με όλες τις προηγούμενες ανάλογες κινήσεις δημοσιονομικής προσαρμογής, θα οδηγήσουν σε επίταση της ύφεσης και σε ακόμη μεγαλύτερη άνοδο της ανεργίας την επόμενη διετία.

Οι αριθμοί θα βρεθούν ανατριχιαστικά κοντά ή και θα ξεπεράσουν εκείνους της Γερμανίας του 1928-1932, η οποία είχε γνωρίσει τότε αύξηση της ανεργίας από το 8,4% στο 30,1% του εργατικού δυναμικού, ενώ το καθαρό εθνικό προϊόν της, υπολογισμένο σε σταθερές τιμές του 1913, είχε πέσει από τα περίπου 54 δισεκατομμύρια μάρκα στα 41,7 δισεκατομμύρια, ή σε ποσοστό 23% (βλ. B.Mitchell, International Historical Statistics, Europe 1750-2000, 5η έκδ. 2003, σ. 164, 167 και 910). Επακολούθησε, ως γνωστόν, η κατάρρευση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και η κατάληψη της εξουσίας από τους Εθνικοσοσιαλιστές, στις αρχές του 1933.

Τα κοινωνικά σύνολα είναι σύνθετοι οργανισμοί και οι αντιδράσεις του δεν είναι εύκολο να προβλεφθούν. Παρά ταύτα, η πιθανότητα να οδηγηθεί η Ελλάδα τα προσεχή χρόνια σε ακυβερνησία και, τελικά, σε κάποιας μορφής κοινωνική έκρηξη και πολιτειακή μεταβολή είναι υπαρκτή.

Μια ένδειξη για τον βαθμό στον οποίο έχει φθάσει η απο-νομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος που εγκαθιδρύθηκε στη χώρα την επαύριο της Μεταπολίτευσης του 1974, αποτελεί η άνοδος της αποχής στις, διαφημισμένες ως τις «κρισιμότερες», βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 2012 στο πρωτοφανές για τα ελληνικά πολιτικά χρονικά ποσοστό του 38% (και μάλιστα με σταθερά αυξητική μακροπρόθεσμη τάση, σε σύγκριση π.χ. με το 18% των εκλογών του 1981).

Είναι προφανές ότι η ελληνική οικονομία το 2008-2009 είχε φθάσει σε σημείο μη βιώσιμο, με τεράστια ελλείμματα τόσο στη δημοσιονομική διαχείριση όσο και, το κυριότερο, στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Εξίσου προφανές είναι όμως ότι ο δρόμος των «Μνημονίων» είναι αδιέξοδος και ότι η «διάσωση» που μας υπόσχονταν δεν πρόκειται να έρθει με τον τρόπο αυτόν.

Το πιο χαρακτηριστικό, ίσως, στοιχείο είναι οι διαρκείς διαψεύσεις των προβλέψεων για ανάσχεση της ύφεσης και επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης το εκάστοτε επόμενο ή μεθεπόμενο έτος (αρκεί να θυμηθούμε τον διαπρεπή οικονομολόγο Γιώργο Παπακωνσταντίνου, ο οποίος τοποθετούσε την επιστροφή στο… τρίτο τρίμηνο του 2011).

Η χώρα χρειάζεται διαφορετικές λύσεις και εκείνες δεν είναι σε θέση να τις προσφέρουν, ή καν να τις διανοηθούν, οι ίδιες πολιτικές δυνάμεις (ή μάλλον οι πελατειακές πυραμίδες) οι οποίες μας οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση εμπορευόμενες επί δεκαετίες το ψεύδος μιας επίπλαστης ευημερίας με σκοπό το κέρδος τους.

*Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
πηγη