Tο αυθεντικό anti-ntp.net δεν έχει καμία σχέση με το anti-ntp.org

Η σελίδα μας είναι δεξιά Κάντε like
-------------------->>>>>>>>>>>>>>>>>>

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2012

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη: Το φάντασμα της Επιχειρηματικής Εμπιστοσύνης


Ίσως να ήταν ο φόβος του κομμουνισμού που τάραξε τις κυβερνήσεις, όταν το 1848 ο Καρλ Μαρξ έγραψε τις πρώτες λέξεις του διάσημου μανιφέστου του. Όμως σήμερα ο φόβος που τις κυνηγά είναι ότι το αίσθημα των αγορών θα στραφεί εναντίων τους και θα ανεβάσει τα spreads των ομολόγων τους...


Οι κυβερνήσεις όλου του κόσμου υποχρεώνονται σε πρόωρη δημοσιονομική λιτότητα, ενώ η ανεργία παραμένει πολύ υψηλή και η ζήτηση στον ιδιωτικό τομέα αργοσβήνει. Πολλές κυβερνήσεις προβαίνουν σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, αν και δεν πιστεύουν σ’ αυτές, μόνο και μόνο για να δείξουν καλό πρόσωπο στις αγορές.

Ο τρόμος που δημιουργείται από τις βλέψεις των αγορών, κάποτε βασάνιζε μόνο τα φτωχά κράτη. Για παράδειγμα, κατά την διάρκεια της κρίσης χρέους στην Λατινική Αμερική την δεκαετία του 1980 ή της οικονομικής κρίσης στην Ασία το 1997, οι υπερχρεωμένες αναπτυσσόμενες χώρες πίστευαν ότι δεν είχαν άλλη επιλογή, εκτός από το να πιούν το πικρό αυτό ποτήρι ή να αντιμετωπίσουν την πανικόβλητη εκροή κεφαλαίων. Προφανώς, τώρα είναι η σειρά της Ισπανίας, της Γαλλίας, της Βρετανίας, της Γερμανίας, ενώ πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι έχει έρθει η σειρά και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Εάν κάποιος θέλει να συνεχίσει να δανείζεται χρήματα, θα πρέπει να πείσει τον πιστωτή του ότι μπορεί να τα ξεπληρώσει. Μέχρι εδώ, καλά. Όμως σε καιρούς κρίσης, η εμπιστοσύνη των αγορών γίνεται ανεξάρτητο «ον». Γίνεται μια αιθέρια έννοια που στερείται αληθινού οικονομικού περιεχομένου. Μετατρέπεται σε αυτό που οι φιλόσοφοι αποκαλούν «κοινωνικό κατασκεύασμα». Δηλαδή, σε κάτι που είναι πραγματικό, μόνο και μόνο επειδή εμείς πιστεύουμε ότι είναι.

Γιατί, αν η οικονομική λογική ήταν ξεκάθαρη, οι κυβερνήσεις δεν θα χρειαζόταν να δικαιολογούν ό, τι κάνουν βάσει της εμπιστοσύνης των αγορών. Θα ήταν προφανές ποιες πολιτικές αποδίδουν και ποιες όχι, και η επιδίωξη «ορθών» πολιτικών θα ήταν ο ασφαλέστερος τρόπος αποκατάστασης της εμπιστοσύνης. Το να επιδιώκουν την εμπιστοσύνη των αγορών θα ήταν τότε περιττό.

Οπότε, αν η εμπιστοσύνη των αγορών έχει ένα νόημα, αυτό θα πρέπει να είναι κάτι που δεν ορίζεται απλώς βάσει οικονομικών μεγεθών. Όμως τι είναι;

Ο Μαρξ στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» συνέχισε λέγοντας: «είναι πια καιρός οι Κομουνιστές να δημοσιοποιήσουν τις απόψεις, τους σκοπούς, τις τάσεις τους και να ανταπαντήσουν στο παραμυθάκι του φαντάσματος του Κομμουνισμού με ένα Μανιφέστο του ίδιου του Κόμματος». Ομοίως, θα ήταν ωραίο να διευκρίνιζαν οι αγορές τι εννοούν με τον όρο «εμπιστοσύνη», ώστε να ξέρουν όλοι με τι έχουν να κάνουν.

Φυσικά, είναι απίθανο να κάνουν κάτι τέτοιο οι «αγορές». Όχι επειδή αποτελούνται από πλήθος επενδυτών και κερδοσκόπων, οι οποίοι αποκλείεται να συνεννοηθούν όλοι μαζί για να δημοσιεύσουν ένα «κομματικό πρόγραμμα», αλλά κυρίως επειδή ούτε οι ίδιες οι αγορές έχουν ιδέα περί τίνος ακριβώς πρόκειται.

Η ικανότητα και η θέληση μιας κυβέρνησης να εξυπηρετήσει το χρέος της εξαρτώνται από έναν σχεδόν άπειρο αριθμό απροόπτων σε παρόν και μέλλον. Δεν εξαρτώνται μόνο από την φορολογία της και τον προϋπολογισμό της, αλλά και από την κατάσταση της οικονομίας, τις εξωτερικές συγκυρίες, και το πολιτικό πλαίσιο. Όλοι αυτοί οι παράγοντες είναι πολύ αβέβαιοι και απαιτούν πολλές εικασίες για να βγει κάποιου είδους συμπέρασμα για την πιστοληπτική ικανότητα ενός κράτους.

Σήμερα, οι αγορές φαίνεται να πιστεύουν ότι τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα είναι η σημαντικότερη απειλή για την φερεγγυότητα μιας κυβέρνησης. Αύριο, μπορεί να θεωρούν ότι το πραγματικό πρόβλημα είναι η χαμηλή ανάπτυξη και να μετανιώσουν για τις αυστηρές δημοσιονομικές πολιτικές που ενέτειναν την δημιουργία της.

Σήμερα ανησυχούν για τις άτολμες κυβερνήσεις που αδυνατούν να λάβουν τα δραστικά μέτρα που χρειάζονται για την αντιμετώπιση της κρίσης. Ίσως αύριο να χάσουν τον ύπνο τους από τις μαζικές διαδηλώσεις και τις κοινωνικές συγκρούσεις που προκάλεσαν οι σκληρές οικονομικές πολιτικές.

Λίγοι μπορούν να προβλέψουν προς τα πού θα κινηθεί το αίσθημα των αγορών και λιγότερο από όλους όσοι συμμετέχουν σε αυτές. Ακόμη και εκ των υστέρων, μερικές φορές δεν είναι ξεκάθαρο γιατί οι αγορές στρέφονται προς μια κατεύθυνση και όχι σε άλλη. Όμοιες πολιτικές προκαλούν διαφορετικές αντιδράσεις στις αγορές, ανάλογα με τα λεγόμενα που κυριαρχούν ή με τη λόξα της στιγμής. Ακριβώς γι’ αυτό, το να ακολουθεί η οικονομία τις επιταγές της αγοράς είναι χάσιμο χρόνου.

Ακτίνα φωτός αποτελεί το γεγονός ότι, αντίθετα με τους οικονομολόγους και τους πολιτικούς, οι αγορές δεν έχουν καμία ιδεολογία. Εφόσον βγάζουν λεφτά, δεν τους ενδιαφέρει αν χρειαστεί να πάρουν τα λόγια τους πίσω. Ζητούν απλώς ό, τι «λειτουργεί», ό, τι θα προσφέρει ένα σταθερό, υγιές οικονομικό περιβάλλον, πρόσφορο για την αποπληρωμή του χρέους. Όταν οι καταστάσεις γίνουν αρκετά κρίσιμες, και η μόνη τους εναλλακτική είναι το χάος και το ενδεχόμενο μεγαλύτερης ζημίας, τότε θα παραβλέψουν ακόμη και την αναδιάρθρωση του χρέους. Αυτό δίνει χώρο στις κυβερνήσεις να ελίσσονται. Επιτρέπει σε πολιτικούς αρχηγούς που έχουν αυτοπεποίθηση να πάρουν τα ηνία του μέλλοντός τους. Τους επιτρέπει να διαμορφώσουν οι ίδιοι τα πλαίσια όπου θα στηρίζεται η εμπιστοσύνη των αγορών, και όχι να προσπαθούν να κερδίσουν τον χαμένο χρόνο.

Για να κάνουν όμως ορθή χρήση του χώρου αυτού, οι πολιτικοί πρέπει να αρθρώσουν έναν συνεκτικό, συνεπή και αξιόπιστο λόγο, που θα βασίζεται τόσο στα καλά οικονομικά, όσο και στις καλές πολιτικές. Θα πρέπει να πουν ότι «δεν το κάνουμε αυτό επειδή το απαιτούν οι αγορές, αλλά επειδή είναι καλό για εμάς και ορίστε το γιατί».

Το σενάριό τους θα πρέπει να πείσει τους ψηφοφόρους αλλά και τις αγορές. Αν τα καταφέρουν, τότε θα μπορούν, ταυτόχρονα, να επιβάλλουν τις δικές τους προτεραιότητες και να διατηρήσουν την εμπιστοσύνη των αγορών.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο έχαναν συνεχώς την μπάλα οι Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις (και οι οικονομικοί τους σύμβουλοι). Αντί να αντισταθούν στις προκλήσεις, οι ηγέτες πρώτα χρονοτριβούσαν και μετά έσπαγαν από τις πιέσεις. Κατέληγαν να «λατρεύουν» τις εξαγγελίες των αναλυτών των αγορών. Με αυτές τις πρακτικές, απαρνήθηκαν οικονομικά επιθυμητές πολιτικές που θα τους προσέφεραν μεγαλύτερες πιθανότητες να συγκεντρώσουν την λαϊκή συμπαράσταση.

Αν η παρούσα κρίση χειροτερέψει, θα ευθύνονται κυρίως οι πολιτικοί αρχηγοί. Όχι επειδή αγνόησαν τις αγορές, αλλά επειδή τις πήραν πολύ στα σοβαρά.

DANI RODRIK - Project Syndicate

πηγη